Πριν από λίγους μήνες, είχα πάει να μείνω στο εξοχικό σπίτι ενός συγγενή για ένα Σαββατοκύριακο. Το σπίτι ήταν σε μια απομονωμένη περιοχή, περιτριγυρισμένο από δάσος και χωρίς κοντινούς γείτονες. Ήταν ένα παλιό πέτρινο κτίριο που, αν και είχε ανακαινιστεί, διατηρούσε ακόμα την αίσθηση του παρελθόντος. Τις πρώτες δύο νύχτες πέρασαν ήσυχα, αλλά την τρίτη νύχτα συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Εκείνο το βράδυ ξάπλωσα νωρίς, έτοιμος για έναν ήρεμο ύπνο. Γύρω στα μεσάνυχτα, ξύπνησα από έναν περίεργο ήχο. Αρχικά, δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν. Ήταν σαν ένα απαλό, παιδικό γέλιο που ερχόταν από το βάθος του σπιτιού.
Πάγωσα στη θέση μου. Δεν υπήρχαν παιδιά στο σπίτι, και σίγουρα δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί πέρα από εμένα. Το γέλιο συνέχισε, απαλά, σαν ένα παιδί να έπαιζε κάπου μακριά, αλλά η ησυχία του σπιτιού έκανε τον ήχο να μοιάζει ακόμη πιο απόκοσμος.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και κατέβηκα τις σκάλες προς το καθιστικό, προσπαθώντας να καταλάβω από πού ερχόταν το γέλιο. Όσο πλησίαζα, ο ήχος σταδιακά εξασθενούσε, μέχρι που τελικά σταμάτησε εντελώς. Έψαξα σε όλα τα δωμάτια, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Το σπίτι ήταν άδειο.
Γύρισα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ίσως ήταν ο άνεμος ή κάποιον άλλο φυσικό φαινόμενο. Όμως, λίγο πριν αποκοιμηθώ, το άκουσα ξανά. Αυτή τη φορά, το γέλιο ήταν πιο κοντά, σαν να ερχόταν από την άλλη πλευρά της πόρτας του δωματίου.
Η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έμεινα ακίνητος, περιμένοντας να σταματήσει.
Το επόμενο πρωί, ρώτησα τον συγγενή μου αν είχε ακούσει ποτέ παράξενους ήχους στο σπίτι. Μου είπε πως το σπίτι χτίστηκε πάνω από ένα παλιό σχολείο που είχε καεί πριν από πολλές δεκαετίες. Υπήρξαν θύματα, μεταξύ αυτών και παιδιά.
Δεν έμεινα άλλο εκείνο το Σαββατοκύριακο. Το παιδικό γέλιο συνεχίζει να στοιχειώνει τη μνήμη μου, και δεν θέλω ποτέ ξανά να βρεθώ σε εκείνο το σπίτι τη νύχτα.

