Αντέχεις να Μάθεις την Αλήθεια;

Published:

Αντέχεις να Μάθεις την Αλήθεια;

Έχεις ποτέ νιώσει ότι κάποιος σε παρακολουθεί, ακόμα και όταν είσαι μόνος σου; Όχι εκείνη τη στιγμή που είσαι σε δημόσιο χώρο ή με κόσμο γύρω σου, αλλά όταν είσαι σπίτι σου, ασφαλής, μέσα στους τέσσερις τοίχους σου. Η σιγή του σπιτιού σε τυλίγει, και εκεί ακριβώς, εκεί που αισθάνεσαι ότι όλα είναι φυσιολογικά, κάτι βαθιά μέσα σου αρχίζει να σε τσιγκλάει. Ίσως είναι μόνο η φαντασία σου. Ή μήπως όχι;

Πριν λίγο καιρό, βρισκόμουν σε αυτή την ακριβή κατάσταση. Η δουλειά με είχε τσακίσει, κι έτσι αποφάσισα να περάσω το Σαββατοκύριακο μόνος στο παλιό εξοχικό μου. Ήταν μακριά από την πόλη, κρυμμένο βαθιά μέσα σε ένα δάσος. Η ησυχία ήταν το μόνο που ήθελα. Όμως, όσο περνούσαν οι ώρες, κάτι μέσα μου άρχισε να σπάει αυτή την ησυχία.

Το πρώτο βράδυ ήταν ήρεμο. Έβρεχε ασταμάτητα και η σιγανή βροχή με νανούριζε. Είχα κουκουλωθεί με την κουβέρτα μου, ακούγοντας τις σταγόνες να χτυπούν το παράθυρο. Μισοκοιμόμουν, όταν ξαφνικά ακούστηκε κάτι. Ένα απαλό γδούπο. Τέντωσα τ’ αυτιά μου. Ίσως ο αέρας να είχε ρίξει κάτι έξω. Δεν έδωσα σημασία.

Τη δεύτερη νύχτα όμως, όλα άλλαξαν.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχα προσπαθήσει να περάσω την ώρα μου διαβάζοντας και εξερευνώντας το δάσος γύρω από το εξοχικό. Η ησυχία συνέχιζε να είναι σχεδόν απόκοσμη, μια ηρεμία που σε κάνει να νιώθεις ότι δεν θα έπρεπε να είσαι εκεί. Όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, κάτι μέσα μου με πίεζε να κλειστώ νωρίς στο σπίτι.

Καθόμουν στον καναπέ, διαβάζοντας ένα βιβλίο, όταν το άκουσα ξανά. Ένας πιο δυνατός ήχος αυτή τη φορά. Σα να σέρνεται κάτι στο πάτωμα, αργά και σταθερά. Σηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου. Τίποτα. Ένα αίσθημα ανησυχίας είχε αρχίσει να κατακλύζει το μυαλό μου. Πήγα στην κουζίνα για να πάρω ένα ποτήρι νερό, όταν το είδα για πρώτη φορά.

Στη σκιά της πόρτας του δωματίου, κάτι κινήθηκε. Ένα ασαφές σχήμα, σαν μια μαύρη φιγούρα, στεκόταν εκεί, παρακολουθώντας με. Πάγωσα. Δεν ήξερα αν η καρδιά μου είχε σταματήσει να χτυπά ή αν είχε αρχίσει να χτυπάει πιο γρήγορα από ποτέ. Έτριψα τα μάτια μου. Δεν υπήρχε τίποτα. Ήταν μόνο η σκιά του επίπλου.

Γέλασα νευρικά και πήγα να ξαπλώσω. Όμως, καθώς έπεσα στο κρεβάτι, ήξερα ότι κάτι δεν ήταν σωστό. Η ησυχία είχε γίνει υπερβολικά έντονη. Κάτι βαθιά μέσα μου έλεγε ότι δεν ήμουν μόνος.

Ξύπνησα ξαφνικά μέσα στη νύχτα, χωρίς να ξέρω γιατί. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο, η ατμόσφαιρα βαριά. Ένιωθα μια παρουσία δίπλα μου, σαν να στέκεται κάποιος εκεί, στο σκοτάδι, και με παρακολουθεί. Δεν μπορούσα να κινηθώ, δεν μπορούσα να ανασάνω κανονικά. Ένιωθα παγιδευμένος κάτω από τα σκεπάσματα.

Μετά από μερικά λεπτά που μου φάνηκαν αιωνιότητα, σηκώθηκα από το κρεβάτι. Δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο. Το μόνο που άκουγα ήταν η βαριά ανάσα μου.

Όμως τα φαινόμενα συνέχισαν.

Καθημερινά, μόλις νύχτωνε, το σπίτι έμοιαζε να ζωντανεύει. Οι τοίχοι άρχισαν να τρίζουν ανεξήγητα, πόρτες που ήταν σίγουρα κλειστές άνοιγαν μόνες τους, και πάντα, μα πάντα, ένιωθα τα μάτια εκείνης της σκιάς πάνω μου. Άρχισα να πιστεύω ότι κάτι με παρακολουθούσε κάθε λεπτό που περνούσε, και κάθε φορά που κοιτούσα πίσω μου, ήταν σαν να έβλεπα μια αμυδρή κίνηση.

Μια νύχτα, δεν άντεξα άλλο. Άκουσα έναν θόρυβο από το υπόγειο. Ήξερα ότι δεν έπρεπε να κατέβω. Αλλά η περιέργεια ήταν πιο δυνατή από τον φόβο. Πήρα έναν φακό και κατέβηκα τα σκαλιά, που έτριζαν τόσο δυνατά, σαν να προσπαθούσαν να με προειδοποιήσουν.

Η πόρτα του υπογείου ήταν ανοιχτή. Μέσα, η σκόνη αιωρούνταν στον αέρα και η μυρωδιά του μούχλας ήταν πνιγηρή. Προχώρησα αργά, νιώθοντας το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου να τρίζει. Ο φακός φώτιζε μόνο μερικά εκατοστά μπροστά μου.

Και τότε το είδα.

Εκεί, στο βάθος του υπογείου, στεκόταν αυτό. Μια μορφή, ψηλή, ασαφής, μαύρη σαν το σκοτάδι γύρω της. Τα μάτια της, κόκκινα σαν αίμα, με κοίταζαν επίμονα. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Δεν ήμουν μόνος.

Πάγωσα στη θέση μου. Η μορφή άρχισε να κινείται αργά προς το μέρος μου. Δεν μπορούσα να κουνηθώ, η ανάσα μου είχε κοπεί. Και τότε, άκουσα τη φωνή της. Ήταν ένα ψιθύρισμα, σαν να βγαίνει από τα βάθη της γης. “Αντέχεις να μάθεις την αλήθεια;”

Δεν απάντησα. Γύρισα και έτρεξα. Οι σκάλες έτριζαν καθώς ανέβαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, το σώμα μου βαρύ, σαν να προσπαθούσε κάτι να με τραβήξει πίσω. Έφτασα στην κορυφή και κλείδωσα την πόρτα πίσω μου.

Αλλά δεν είχε τελειώσει. Το ήξερα. Η μορφή, η παρουσία, ήταν ακόμα εκεί. Ένιωθα το βλέμμα της παντού.

Τώρα, ακόμα και όταν έχω επιστρέψει στην πόλη, δεν έχω ησυχία. Όπου κι αν βρίσκομαι, νιώθω ότι κάτι με ακολουθεί. Τη νύχτα, όταν κοιμάμαι, ξυπνάω ξαφνικά και νιώθω εκείνη τη βαριά ανάσα δίπλα μου. Αλλά κάθε φορά που γυρίζω να κοιτάξω, δεν υπάρχει τίποτα. Ή, τουλάχιστον, τίποτα που να μπορώ να δω.

Κι εσύ, λοιπόν, που διαβάζεις αυτή την ιστορία… Σε ρωτάω: Αντέχεις να μάθεις την αλήθεια;

Γιατί αν τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω σου τώρα, ίσως δεις αυτό που με παρακολουθεί ακόμα.

Related articles

Recent articles

spot_img