Πριν από λίγο καιρό, έμεινα σε ένα μικρό ξενοδοχείο σε μια άγνωστη πόλη. Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασα, και ήμουν εξαντλημένος από το ταξίδι, οπότε πήγα κατευθείαν στο δωμάτιό μου χωρίς να δώσω σημασία στο περιβάλλον. Το δωμάτιο ήταν παλιό, με βαριές κουρτίνες και σκούρα έπιπλα που έκαναν τον χώρο να φαίνεται ακόμη πιο σκοτεινός.
Ξάπλωσα στο κρεβάτι, έτοιμος να κοιμηθώ, όταν ξαφνικά ένιωσα μια παράξενη αίσθηση, σαν να μην ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Προσπάθησα να το αγνοήσω, σκεπτόμενος ότι ήταν απλώς η κούραση. Όμως, η αίσθηση αυτή γινόταν όλο και πιο έντονη. Σαν κάτι να με παρακολουθούσε.
Έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να αποκοιμηθώ, αλλά λίγο μετά ξύπνησα από έναν απαλό, ρυθμικό ήχο. Έμοιαζε σαν κάποιος να ανέπνεε δίπλα μου. Πάγωσα. Άνοιξα τα μάτια μου, αλλά δεν μπορούσα να δω τίποτα στο σκοτάδι.
Ο ήχος της ανάσας συνέχισε, και τώρα φαινόταν σαν να ερχόταν από την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Έκανα το λάθος να κοιτάξω προς τα εκεί.
Για μια στιγμή, ορκίζομαι ότι είδα μια σκιά να κάθεται στην καρέκλα, να με κοιτάζει σιωπηλά. Έκλεισα τα μάτια μου αμέσως, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν απλώς η φαντασία μου. Όμως, ήξερα βαθιά μέσα μου ότι δεν ήταν. Δεν ήμουν μόνος εκείνο το βράδυ.
Την επόμενη μέρα, έφυγα από το ξενοδοχείο όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν ρώτησα τίποτα, δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Αλλά το μόνο που ξέρω είναι ότι, όποιος ή ό,τι ήταν εκεί μαζί μου εκείνη τη νύχτα, παραμένει ακόμα στο σκοτεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου, περιμένοντας τον επόμενο επισκέπτη.

