Ήταν μια βροχερή, παγωμένη νύχτα. Το αυτοκίνητό μου διέσχιζε έναν επαρχιακό δρόμο που φαινόταν να μην έχει τέλος, βυθισμένος στο σκοτάδι και την υγρασία. Το GPS είχε σταματήσει να λειτουργεί, και η σήμανση των δρόμων ήταν ανύπαρκτη. Ήμουν χαμένος – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Μέσα στην ομίχλη και την απόλυτη ησυχία, ένα αχνό φως τράβηξε την προσοχή μου. Ερχόταν από μια έπαυλη, κρυμμένη πίσω από γέρικα δέντρα. Το κτήριο ήταν τεράστιο, σκουρόχρωμο, με παράθυρα που έμοιαζαν σαν μάτια να παρακολουθούν. Δεν υπήρχαν άλλα σπίτια τριγύρω. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το θρόισμα των φύλλων και ο ήχος της βροχής.
Παρκάρισα πρόχειρα και κατευθύνθηκα προς την έπαυλη. Είχα ανάγκη από βοήθεια – ή έτσι πίστευα τότε. Η είσοδος ήταν μια βαριά ξύλινη πόρτα με σκαλίσματα που έμοιαζαν με αρχαία σύμβολα. Χτύπησα το χάλκινο ρόπτρο και περίμενα. Καμία απάντηση. Το φως όμως στο παράθυρο της σοφίτας με έπεισε ότι κάποιος ήταν εκεί.
Η πόρτα άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο, πριν καν προλάβω να την αγγίξω. Μέσα, η μυρωδιά της σκόνης και της υγρασίας ήταν έντονη. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με παλιές, φθαρμένες ταπετσαρίες, και τα έπιπλα φαίνονταν λες και δεν είχαν μετακινηθεί για δεκαετίες. Έκανα ένα διστακτικό βήμα προς τα μέσα, και η πόρτα έκλεισε πίσω μου απότομα.
Ξεκίνησα να περπατάω στο σκοτεινό διάδρομο. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με πορτρέτα ανθρώπων που φαινόταν να με κοιτάζουν με μάτια γεμάτα καχυποψία. Οι σκιές από τις λάμπες πετρελαίου έκαναν τα πρόσωπα να μοιάζουν ζωντανά.
Ξαφνικά, άκουσα ένα θρόισμα πάνω από το κεφάλι μου. Γύρισα το βλέμμα προς τη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Το φως ήταν ακόμα εκεί, αλλά ένιωθα ένα βάρος, σαν να μην έπρεπε να προχωρήσω. Και όμως, κάτι με τράβηξε.
Ανεβαίνοντας τα σκαλιά, κάθε βήμα έβγαζε έναν ήχο που ηχούσε σαν καρδιά που χτυπά. Η σοφίτα ήταν άδεια, εκτός από ένα παλιό τραπέζι στη μέση του δωματίου. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία. Όταν την πλησίασα, πάγωσα.
Ήταν μια φωτογραφία… δική μου.
Πριν προλάβω να καταλάβω τι συνέβαινε, ένιωσα κάτι πίσω μου. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρα που μύριζε σήψη. Γύρισα απότομα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο η σκιά μου στον τοίχο, που φαινόταν να κινείται διαφορετικά από εμένα.
Βγήκα τρέχοντας από τη σοφίτα και κατέβηκα τα σκαλιά όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένιωθα τα βήματά μου να κυνηγιούνται από άλλα, πιο βαριά. Όταν βγήκα στην αυλή, δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω. Έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητο και έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Από τότε, η ζωή μου δεν είναι ίδια. Κάθε βράδυ βλέπω την ίδια φωτογραφία στα όνειρά μου. Και κάθε φορά, παρατηρώ κάτι που δεν ήταν εκεί πριν. Μια σκιά, μια μορφή, ένα μήνυμα γραμμένο με αίμα.
Κάποια μυστικά δεν πρέπει να τα αγγίζεις. Και εγώ έκανα το λάθος να ανοίξω την πόρτα.

