Πριν από μερικά χρόνια, έμενα σε ένα σπίτι που είχε ένα παλιό κελάρι στο υπόγειο. Το κελάρι ήταν πάντα σκοτεινό και υγρό, γεμάτο με παλιά πράγματα που είχαν αφήσει οι προηγούμενοι ένοικοι. Δεν είχα λόγο να κατεβαίνω εκεί συχνά, και προσπαθούσα να το αποφεύγω όσο μπορούσα, γιατί η ατμόσφαιρα ήταν πάντα κάπως καταθλιπτική.
Ένα βράδυ, καθώς έβλεπα τηλεόραση, άκουσα έναν ήχο που με έκανε να ανατριχιάσω. Ήταν μια φωνή, απαλή αλλά ξεκάθαρη, σαν να ερχόταν από το υπόγειο. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν κάποιον από τους γείτονες, αλλά η φωνή ακουγόταν σαν να ήταν μέσα στο σπίτι, πιο συγκεκριμένα, από το κελάρι.
Σηκώθηκα και πλησίασα την πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο. Έμεινα ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα, ακούγοντας προσεκτικά. Η φωνή ακουγόταν ξανά, αυτή τη φορά πιο καθαρά. Ήταν σαν να μουρμούριζε κάποιος κάτι, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα λόγια. Ήταν ψίθυροι, αλλά όχι ανθρώπινοι. Ήταν κάτι… αλλόκοτο.
Με τρόμο, κατέβηκα αργά τις σκάλες, με τον φακό στο χέρι. Το κελάρι ήταν σκοτεινό όπως πάντα, γεμάτο με σκιές. Όμως η φωνή είχε σταματήσει ξαφνικά μόλις κατέβηκα στο τελευταίο σκαλί. Έψαξα τριγύρω με τον φακό, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Κανένας.
Γύρισα γρήγορα πίσω στο επάνω μέρος του σπιτιού και έκλεισα την πόρτα του κελαριού με δύναμη. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά. Ήμουν βέβαιος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνο το κελάρι.
Τις επόμενες εβδομάδες, οι ψίθυροι συνέχιζαν να ακούγονται κατά διαστήματα, πάντα από το υπόγειο, πάντα αργά τη νύχτα. Δεν είχα το θάρρος να κατέβω ξανά.
Λίγο αργότερα, μίλησα με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και εκείνος μου αποκάλυψε ότι το κελάρι είχε χρησιμοποιηθεί παλιά ως καταφύγιο κατά τη διάρκεια του πολέμου, και ότι υπήρχαν ιστορίες για ανθρώπους που είχαν χαθεί εκεί κάτω.
Από τότε, αποφεύγω τα σπίτια με παλιά κελάρια. Τα ψιθυρίσματα από το κελάρι εκείνου του σπιτιού με στοιχειώνουν ακόμα, και ποτέ δεν θέλω να ξανακούσω τέτοιες φωνές.

