Πριν από μερικά χρόνια, είχα πάει να επισκεφτώ έναν παιδικό μου φίλο που είχε αγοράσει ένα παλιό αγροτόσπιτο σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Το σπίτι ήταν χτισμένο πάνω σε ένα λόφο και περιβαλλόταν από δάση. Είχε αυτήν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των αγροτόσπιτων, με πέτρινους τοίχους και ξύλινα δοκάρια. Το πιο περίεργο χαρακτηριστικό, ωστόσο, ήταν ένα παλιό πηγάδι στην αυλή, καλυμμένο με σκουριασμένο κάλυμμα και αμπαρωμένο με αλυσίδες.
Από την πρώτη στιγμή που το είδα, ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα να με κατακλύζει. Κάτι δεν ήταν σωστό με το πηγάδι. Ο φίλος μου, ο Ανδρέας, παρατήρησε την ανησυχία μου και μου είπε ότι οι παλιοί κάτοικοι του χωριού έλεγαν πως το πηγάδι ήταν στοιχειωμένο. Κανείς δεν πλησίαζε, ειδικά τη νύχτα. Ο ίδιος δεν έδινε καμία σημασία στις φήμες και το θεωρούσε απλώς μέρος της γοητείας του σπιτιού.
Το πρώτο βράδυ που έμεινα εκεί, καθίσαμε έξω στην αυλή πίνοντας μπύρες και συζητώντας μέχρι αργά. Ήταν μια ήσυχη νύχτα, χωρίς αέρα και με απόλυτη ησυχία. Κάποια στιγμή, άκουσα έναν αχνό ήχο, σαν ψίθυρο, που φαινόταν να έρχεται από την κατεύθυνση του πηγαδιού. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ήταν ο άνεμος ή κάποιο ζώο, αλλά ο ήχος ήταν παράξενα ρυθμικός και ερχόταν απευθείας από το πηγάδι.
“Αντρέα, άκουσες αυτό;” του είπα, αλλά εκείνος γέλασε.
“Α, άσε, πάλι αρχίζουν οι ψίθυροι. Οι παλιοί κάτοικοι έλεγαν ότι, αν μείνεις αρκετά κοντά στο πηγάδι, μπορείς να ακούσεις φωνές. Εγώ το έχω συνηθίσει.”
Αποφασισμένος να αποδείξω στον εαυτό μου ότι ήταν απλώς μια δεισιδαιμονία, πλησίασα το πηγάδι. Όσο πλησίαζα, ο ψίθυρος γινόταν πιο έντονος. Σταμάτησα λίγα βήματα πριν το πηγάδι και έσκυψα να κοιτάξω μέσα από το σκουριασμένο κάλυμμα. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα, αλλά οι ψίθυροι συνέχιζαν, σαν μια χαμηλή συνομιλία που γινόταν πολύ μακριά.
Και τότε, άκουσα καθαρά μια φωνή. Ήταν χαμηλή και απόκοσμη, και ακουγόταν σαν να ερχόταν από τα βάθη του πηγαδιού.
“Βοήθησέ με…”
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Έκανα πίσω τρομαγμένος και γύρισα στον Ανδρέα, που ακόμα καθόταν ατάραχος. “Το άκουσες κι εσύ;” τον ρώτησα με αγωνία. Εκείνος με κοίταξε με αμηχανία.
“Όχι. Τι άκουσες;”
Δεν ήξερα τι να του πω. Δεν ήθελα να με περάσει για τρελό, αλλά η φωνή ήταν τόσο αληθινή. Κάθε κύτταρο του σώματός μου μου έλεγε να φύγω μακριά από εκεί.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα καθόλου καλά. Το μυαλό μου ήταν κολλημένο σε εκείνη τη φωνή που είχα ακούσει στο πηγάδι. Το επόμενο πρωί, είπα στον Ανδρέα πως έπρεπε να φύγω νωρίτερα από το αναμενόμενο. Δεν του είπα τον πραγματικό λόγο, αλλά κάτι μέσα μου με προειδοποιούσε να απομακρυνθώ από εκείνο το σπίτι και το στοιχειωμένο του πηγάδι.
Μερικούς μήνες αργότερα, ο Ανδρέας μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι είχε πουλήσει το σπίτι. “Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί,” μου είπε. “Κάθε βράδυ ακούγονταν οι φωνές. Και κάθε φορά γίνονταν πιο δυνατές.”
Ακόμα και σήμερα, όταν σκέφτομαι εκείνο το πηγάδι, νιώθω την ίδια ανατριχίλα που ένιωσα εκείνη τη νύχτα. Μερικές φορές, είναι καλύτερο να αφήνεις τους παλιούς θρύλους ανέγγιχτους, ειδικά όταν αρχίζουν να σε καλούν από τα βάθη.

