Ήταν μια βροχερή νύχτα, και ο δρόμος μπροστά μου έμοιαζε ατελείωτος. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν με μανία πάνω στο παρμπρίζ, ενώ η ομίχλη κατάπινε το φως των φαναριών. Οδηγούσα χωρίς προορισμό – ή μάλλον, χωρίς να ξέρω πού βρίσκομαι. Το GPS μου είχε παραιτηθεί από την αποστολή του, και η αίσθηση της μοναξιάς ήταν σχεδόν απτή.
Κάπου μέσα στο σκοτάδι, το μάτι μου έπιασε ένα παράξενο φως. Ένα παράθυρο φώτιζε αχνά μια παλιά έπαυλη, κρυμμένη ανάμεσα στα δέντρα. Δεν ξέρω τι με οδήγησε εκεί – ίσως η περιέργεια, ίσως η ανάγκη να βρω μια βοήθεια. Καθώς πλησίαζα, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Η είσοδος της έπαυλης έμοιαζε παρατημένη, αλλά το φως στον επάνω όροφο έλεγε μια άλλη ιστορία. Χτύπησα την πόρτα, αλλά δεν υπήρξε καμία απάντηση. Ένα κρύο ρίγος με διαπέρασε, μα τολμηρά έσπρωξα την παλιά ξύλινη πόρτα που υποχώρησε με έναν ανατριχιαστικό ήχο.
Μέσα, το σκοτάδι ήταν πυκνό, σαν να με τύλιγε. Η μυρωδιά υγρασίας και σήψης ήταν έντονη, και ο αέρας έμοιαζε βαρύς. Προχώρησα αργά, το βήμα μου ηχούσε πάνω στα ξύλινα πατώματα. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα θρόισμα, σαν κάποιος να με παρακολουθούσε.
Μια ματιά προς τη σκάλα και είδα μια σκιά. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσω αν ήταν άνθρωπος ή κάτι άλλο. Η σκιά μετακινήθηκε γρήγορα και ανέβηκε προς τον επάνω όροφο.
Η περιέργεια με νίκησε, και ανέβηκα κι εγώ. Στο τέλος της σκάλας υπήρχε ένα δωμάτιο με την πόρτα μισάνοιχτη. Το φως που είχα δει από έξω έβγαινε από εκεί. Όταν μπήκα, πάγωσα. Ένα παλιό γραφείο, γεμάτο σκονισμένα χαρτιά, και πάνω του μια φωτογραφία.
Ήταν μια φωτογραφία… δική μου.
Δεν θυμάμαι πώς βγήκα έξω. Δεν θυμάμαι καν πώς βρέθηκα πίσω στο αυτοκίνητό μου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι από εκείνη τη νύχτα, η ζωή μου άλλαξε. Το φως που είδα στην έπαυλη εξακολουθεί να εμφανίζεται στα όνειρά μου. Και η φωτογραφία; Δεν ήταν απλά μια σύμπτωση.
Τι μπορεί να ήθελε εκείνη η σκιά; Και, το σημαντικότερο, πώς βρέθηκε η φωτογραφία μου εκεί; Ακόμα δεν ξέρω. Αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι η έπαυλη αυτή δεν ήταν απλώς ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι. Ήταν κάτι πολύ, πολύ πιο σκοτεινό.

