Πριν από μερικά χρόνια, ένα γεγονός με σημάδεψε τόσο βαθιά που, ακόμα και τώρα, τρέμω κάθε φορά που το θυμάμαι. Ήταν μια νύχτα του Νοέμβρη, παγωμένη και σκοτεινή, και το κρύο είχε ποτίσει κάθε σημείο της πόλης. Είχα αποφασίσει να βγω για μια βραδινή βόλτα, κάτι που έκανα συχνά για να καθαρίσω το μυαλό μου.
Καθώς περπατούσα σε έναν σκοτεινό, ερημικό δρόμο που περιβαλλόταν από παλιά, εγκαταλελειμμένα κτίρια, ένιωσα έναν απροσδιόριστο φόβο να απλώνεται μέσα μου. Οι σκιές φαίνονταν να ζωντανεύουν και ησυχία ήταν τόσο απόλυτη που άκουγα τον ήχο της ανάσας μου. Εκείνη τη στιγμή, μια σκιά πέρασε ξαφνικά μπροστά μου. Πάγωσα.
Αποφάσισα να ακολουθήσω το ένστικτό μου και να γυρίσω πίσω, αλλά καθώς έστρεφα το σώμα μου, άκουσα έναν ψίθυρο. «Μη φύγεις…» Η φωνή ήταν χαμηλή, ψυχρή και ερχόταν από παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Γύρισα, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθα ότι θα βγει από το στήθος μου.
Πήρα γρήγορα τον δρόμο της επιστροφής, αλλά ο δρόμος φαινόταν να μακραίνει με κάθε μου βήμα. Σαν να μην υπήρχε διέξοδος. Η φωνή επαναλαμβανόταν, αυτή τη φορά πιο δυνατά. «Μη φύγεις… Μη με αφήνεις μόνο…» Ήταν σα να περικυκλώθηκα από κάτι αόρατο, κάτι που με κυνηγούσε χωρίς σταματημό.
Εκείνη τη νύχτα, μετά από αρκετή ώρα, κατάφερα να βγω από τον δρόμο και να επιστρέψω σπίτι. Όμως, από τότε, κάτι μέσα μου άλλαξε. Ξέρω ότι η φωνή αυτή δεν ήταν μόνο στο μυαλό μου. Μερικές φορές, αργά τη νύχτα, την ακούω πάλι, ψιθυρίζοντας τα ίδια λόγια… και πάντα κοιτάζω γύρω μου, με τον φόβο ότι κάποια στιγμή, δεν θα μπορέσω να την αποφύγω.

