Πριν από μερικά χρόνια, έκανα ένα επαγγελματικό ταξίδι σε μια μικρή πόλη για ένα συνέδριο. Επειδή ήμουν λίγο αργοπορημένος με τις κρατήσεις, δεν υπήρχαν διαθέσιμα δωμάτια στα μεγάλα ξενοδοχεία. Αναγκάστηκα να μείνω σε ένα παλιό ξενοδοχείο, που μου είχε προτείνει ένας συνάδελφος. Το ξενοδοχείο ήταν από εκείνα τα παραδοσιακά κτίρια του 19ου αιώνα, με βαριά ξύλινα πατώματα, ταπετσαρίες που έδειχναν φθαρμένες από τον χρόνο, και μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε να είναι βγαλμένη από άλλη εποχή.
Από τη στιγμή που μπήκα μέσα, ένιωσα μια αδιόρατη αίσθηση ανησυχίας. Το λόμπι ήταν άδειο, και η υποδοχή είχε έναν παλιό, καφετί καναπέ, όπου καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, που μου έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα όταν με είδε. Το δωμάτιό μου ήταν στον τρίτο όροφο, και ο διάδρομος που οδηγούσε σε αυτό ήταν μακρύς και σκοτεινός, με τα φώτα να τρεμοπαίζουν κάθε τόσο.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο, όλα έμοιαζαν κανονικά, αν και λίγο φθαρμένα. Το κρεβάτι ήταν παλιό, και οι κουρτίνες μισοκρεμασμένες, αλλά δεν έδωσα σημασία. Ήμουν κουρασμένος από το ταξίδι και ήθελα να κοιμηθώ. Όμως, εκείνη τη νύχτα δεν θα κατάφερνα να κοιμηθώ.
Καθώς ξάπλωσα, άκουσα ένα περίεργο θόρυβο από τον διάδρομο. Σαν κάποιος να περπατούσε αργά έξω από την πόρτα μου, αλλά τα βήματα ήταν βαριά, σαν να φορούσε κάποιος μπότες. Σηκώθηκα και κοίταξα μέσα από το ματάκι της πόρτας. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Επέστρεψα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ηρεμήσω.
Μερικά λεπτά αργότερα, τα βήματα ξανάρχισαν, αυτή τη φορά πιο δυνατά. Τώρα άκουγα και έναν ήχο σαν σύρσιμο, σαν κάποιος να σέρνει κάτι βαρύ. Ανατρίχιασα και πλησίασα ξανά την πόρτα. Δεν ήθελα να ανοίξω, αλλά κάτι μέσα μου ήθελε να ξανακοιτάξω. Όταν κοίταξα ξανά από το ματάκι, πάγωσα. Στην άλλη πλευρά του διαδρόμου, είδα μια σκιά να κινείται. Ήταν μια μακρινή, σκιώδης φιγούρα, που προχωρούσε αργά προς το μέρος μου, και το σύρσιμο ακουγόταν πιο ξεκάθαρα τώρα.
Έκανα πίσω, τρομοκρατημένος. Έκλεισα τα παράθυρα και τις κουρτίνες, και προσπάθησα να αγνοήσω τους θορύβους. Όμως, τα βήματα πλησίαζαν όλο και πιο κοντά. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στο δωμάτιο. Πήρα το παλτό μου και βγήκα έξω στον διάδρομο, αποφασισμένος να πάω στη ρεσεψιόν.
Μόλις άνοιξα την πόρτα, ο διάδρομος ήταν πάλι άδειος, αλλά η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ήταν ανυπόφορη. Προχώρησα γρήγορα προς την σκάλα, και όταν έφτασα στο λόμπι, η ηλικιωμένη γυναίκα στην υποδοχή είχε φύγει. Κανείς δεν βρισκόταν εκεί.
Πέρασα το υπόλοιπο βράδυ στην αίθουσα αναμονής, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε συμβεί. Το επόμενο πρωί, αποφάσισα να ρωτήσω για τα περίεργα γεγονότα. Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν με κοίταξε με ένα παράξενο βλέμμα όταν του είπα για τα βήματα και τις σκιές. “Α, αυτό το δωμάτιο; Νομίζω πως κανείς δεν έπρεπε να μένει εκεί,” είπε με έναν αδιάφορο τόνο. “Παλιά, κάποιος είχε πεθάνει εκεί… πολλοί επισκέπτες λένε ότι ακούνε πράγματα.”
Έφυγα αμέσως μετά. Και ποτέ δεν ξαναγύρισα σε εκείνο το παλιό ξενοδοχείο.

