Πριν από δύο χρόνια, είχα νοικιάσει ένα μικρό, παλιό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Το κτίριο ήταν από τα πιο παλιά στην περιοχή, με ψηλά ταβάνια και μεγάλα ξύλινα παράθυρα που έτριζαν κάθε φορά που φυσούσε ο αέρας. Ενώ όλα έμοιαζαν φυσιολογικά τις πρώτες εβδομάδες, άρχισα να παρατηρώ μικρά, περίεργα πράγματα.
Αρχικά, ήταν μικροί ήχοι, σαν ψίθυροι ή κτυπήματα από τους τοίχους, που δικαιολογούσα ως φυσιολογικούς ήχους από το παλιό ξύλο του διαμερίσματος. Όμως, ένα βράδυ, ενώ καθόμουν στο σαλόνι βλέποντας τηλεόραση, άκουσα κάτι που με έκανε να ανατριχιάσω.
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας, που ήταν κλειστή, άρχισε να ανοίγει αργά. Κοίταξα προς την πόρτα, νομίζοντας ότι ήταν ο αέρας, αλλά δεν υπήρχε κανένα ανοιχτό παράθυρο ή ρεύμα αέρα που να μπορούσε να το εξηγήσει. Η πόρτα άνοιξε τελείως, χωρίς κανένα θόρυβο, και σταμάτησε. Πίσω της, η κρεβατοκάμαρα ήταν σκοτεινή, με μόνο το φως του δρόμου να φωτίζει ελαφρώς το δωμάτιο.
Πάγωσα. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο διαμέρισμα. Σηκώθηκα αργά, προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, και πλησίασα την πόρτα. Κοίταξα μέσα, αλλά τίποτα δεν φαινόταν παράξενο. Όμως, το αίσθημα ότι κάποιος ή κάτι βρισκόταν εκεί μαζί μου ήταν ανυπόφορο.
Έκλεισα την πόρτα και επέστρεψα στο σαλόνι, αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Κάθε φορά που κοίταζα προς την κρεβατοκάμαρα, ένιωθα σαν να με παρακολουθεί κάτι από τη σκοτεινή γωνία του δωματίου.
Αυτό συνέχισε να συμβαίνει για μερικές εβδομάδες. Η πόρτα άνοιγε μόνη της στη μέση της νύχτας ή όταν ήμουν μόνος στο σπίτι. Ακόμα κι όταν την έκλεινα, ένιωθα συνεχώς μια παρουσία πίσω από αυτήν.
Τελικά, αποφάσισα να μετακομίσω. Δεν μπορούσα να ζήσω με την αίσθηση ότι κάτι ή κάποιος προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου με αυτόν τον τρόπο. Μέχρι σήμερα, κάθε φορά που ακούω πόρτα να ανοίγει αργά, με κατακλύζει αυτή η ίδια ανατριχιαστική αίσθηση από εκείνο το μικρό, στοιχειωμένο διαμέρισμα.

