Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα όταν η Άννα μπήκε στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της. Το είχε κληρονομήσει πριν από λίγους μήνες, αλλά δεν είχε τολμήσει να μείνει εκεί. Οι γείτονες μιλούσαν για περίεργους ήχους, για φώτα που άναβαν και έσβηναν μόνα τους, κι εκείνη είχε προτιμήσει να το κρατάει κλειστό. Εκείνο το βράδυ, όμως, αποφάσισε να περάσει μέσα — έστω για λίγο.
Το σπίτι μύριζε υγρασία. Οι τοίχοι έτριζαν με κάθε της βήμα. Όταν έφτασε στο σαλόνι, το βλέμμα της έπεσε στον μεγάλο, σκονισμένο καθρέφτη που δέσποζε απέναντι από το τζάκι. Ήταν το μόνο αντικείμενο που είχε αφήσει η γιαγιά της στη θέση του.
Η Άννα έριξε μια γρήγορη ματιά. Στον καθρέφτη είδε το είδωλό της — κουρασμένο, με τα μάτια κόκκινα από την αϋπνία. Έκανε να αποστρέψει το βλέμμα, αλλά τότε πρόσεξε κάτι: η αντανάκλασή της δεν είχε κουνηθεί ταυτόχρονα με εκείνη. Ένα δευτερόλεπτο καθυστέρησης. Σαν να ζούσε σε άλλο ρυθμό.
Πάγωσε. Πλησίασε τον καθρέφτη για να βεβαιωθεί. Το είδωλό της χαμογέλασε. Εκείνη δεν χαμογελούσε.
Έκανε πίσω έντρομη. Η αντανάκλαση δεν την ακολούθησε. Αντίθετα, σήκωσε το χέρι και ακούμπησε το τζάμι από μέσα. Ένα αχνό, παγωμένο σημάδι έμεινε στην επιφάνεια.
Τότε ακούστηκε ένας ψίθυρος, χαμηλός αλλά ξεκάθαρος, μέσα στο δωμάτιο:
«Εγώ είμαι η πραγματική Άννα… Εσύ, ποια είσαι;»
Το φως του σαλονιού τρεμόπαιξε και έσβησε.

