Η Σκιά Στον Διάδρομο

Published:

Η Άννα είχε συνηθίσει να κοιμάται αργά. Το σπίτι ήταν παλιό, χτισμένο τη δεκαετία του ’60, και οι θόρυβοι —το τρίξιμο του ξύλινου δαπέδου, ο αέρας που σφύριζε ανάμεσα στα κουφώματα— δεν την τρόμαζαν πια.
Ή έτσι νόμιζε.

Εκείνο το βράδυ, γύρω στις 02:40, ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάποιος στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι της. Δεν άκουσε τίποτα. Δεν είδε τίποτα.
Μόνο η αίσθηση. Αυτή η παράλογη, εντελώς αδικαιολόγητη βεβαιότητα ότι κάποιος την παρακολουθούσε.

Σηκώθηκε αργά, με τον σφυγμό της να ανεβαίνει.
Ο διάδρομος έξω από το δωμάτιό της ήταν σκοτεινός — πιο σκοτεινός από ό,τι συνήθως. Μια ασυνήθιστη, παχύρρευστη σκοτεινιά, σαν να απορροφούσε το ελάχιστο φως που έβγαινε από το δωμάτιο.

Έκανε ένα βήμα προς τα έξω.

Το πάτωμα έτριξε.
Μετά έτριξε πάλι.
Όχι κάτω από τα δικά της πόδια.

Κάποιος άλλος περπατούσε στον διάδρομο.

Η Άννα πάγωσε. Ένιωσε το κορμί της να αντιστέκεται στη λογική που της έλεγε να κοιτάξει μπροστά.

Και τότε την είδε.

Όχι μορφή. Όχι πρόσωπο.
Μόνο μια σκιά.

Η σκιά στεκόταν στο βάθος του διαδρόμου, ακίνητη, με το περίγραμμα ενός ανθρώπινου σώματος — αλλά εντελώς λάθος. Τα χέρια ήταν πολύ μακριά. Το κεφάλι, ελαφρώς σκυμμένο, σαν να κοιτούσε κατευθείαν την Άννα, αν και δεν υπήρχαν μάτια.

Η Άννα έκανε πίσω, αλλά η σκιά δεν ακολούθησε.

Απλώς… μεγάλωσε.
Ψήλωσε. Έγινε πιο σκοτεινή. Πιο καθαρή. Πιο πραγματική.

Ξαφνικά, το σπίτι άρχισε να κάνει έναν βαθύ, βουβό ήχο.
Σαν τοίχοι που αναστενάζουν.
Σαν κάτι παγιδευμένο που ξυπνάει.

Η Άννα έτρεξε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Πάτησε την πλάτη της στον τοίχο, προσπαθώντας να αναπνεύσει.

Τότε η πόρτα άρχισε να τρίβεται αργά.
Απαλά. Ρυθμικά.
Σαν κάποιος να περνούσε τα δάχτυλά του από την άλλη πλευρά.

Δεν χτυπούσε.
Δεν προσπαθούσε να μπει.
Απλώς… ήξερε ότι ήταν εκεί.

Η Άννα βρήκε το θάρρος να κοιτάξει κάτω από την πόρτα — ένας καθαρός τρόπος να δεις αν κάποιος στέκεται από την άλλη πλευρά.

Και το είδε.

Δύο μαύρες, άκαμπτες «σκιές» ποδιών.
Σαν να μην πατούσαν.
Σαν να αιωρούνταν.

Τότε η φωνή ακούστηκε.
Χαμηλή.
Ραγισμένη.
Ανθρώπινη — αλλά όχι ακριβώς.

«Δεν είσαι μόνη σε αυτό το σπίτι, Άννα.»

Η Άννα δεν είχε πει ποτέ το όνομά της δυνατά εκείνο το βράδυ.

Το πρωί, όταν ο ήλιος μπήκε μέσα από τις κουρτίνες, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο διάδρομος απόλυτα ήσυχος. Τίποτα δεν έδειχνε ότι η νύχτα είχε συμβεί.

Μόνο ένα σημάδι:
Στο πάτωμα, μπροστά από το δωμάτιό της, υπήρχαν ίχνη, σαν από κάτι που σύρθηκε — όχι ανθρώπινο, όχι ζώο — κατευθείαν μέσα στο δωμάτιό της.

Από τότε, κάθε νύχτα στις 02:40, η Άννα ξυπνάει απότομα.
Το σπίτι είναι πάλι σιωπηλό.
Αλλά η πόρτα της, πάντα, μα πάντα…

…είναι ελάχιστα πιο ανοιχτή από ό,τι την άφησε.

Related articles

Recent articles

spot_img