Η Σκιά στον Πάνω Όροφο – Τρομακτική Ιστορία

Published:

Κανείς δεν μιλούσε για το σπίτι στη Μάρνης 74. Το ήξεραν όλοι, το απέφευγαν όλοι, μα κανείς δεν ήξερε γιατί ακριβώς. Είχε κάτι παράξενο στην όψη του, σαν να ’χε χτιστεί με λάθος προθέσεις. Τα παράθυρά του ήταν πάντα βρώμικα, σαν να τα έπλενε η βροχή με στάχτη. Πίσω απ’ τις κουρτίνες — όταν υπήρχαν ακόμα — κάποιοι έλεγαν ότι έβλεπαν κινήσεις, αργές, βουβές. Σαν κάποιος να παρακολουθούσε, χωρίς να έχει πρόσωπο.

Ο Μιχάλης νοίκιασε το διαμέρισμα στον πάνω όροφο στις αρχές του Οκτώβρη. «Φτηνό, ήσυχο, χωρίς κοινόχρηστα» του είχε πει η μεσίτρια. Όταν τη ρώτησε γιατί είχε μείνει τόσα χρόνια άδειο, χαμογέλασε σφιγμένα και άλλαξε θέμα. Εκείνος δεν έδωσε σημασία. Έπειτα από δύο μήνες άνεργος, με το νοίκι να τον κυνηγά και τους τοίχους του πατρικού του να τον πνίγουν, το σπίτι του φάνηκε σαν σωτηρία. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε αρχικά.

Το πρώτο βράδυ, κοιμήθηκε με τα φώτα αναμμένα. Δεν ήταν από φόβο — τουλάχιστον όχι με τον κλασικό τρόπο. Ένιωθε απλώς πως το σκοτάδι εκεί μέσα ήταν… βαρύτερο. Σαν να πάλλονταν. Ξύπνησε γύρω στις τρεις, με την αίσθηση πως κάτι τον παρακολουθούσε. Το φως στο χολ τρεμόπαιζε, κι ένας ελαφρύς ήχος — κάτι ανάμεσα σε τρίξιμο και αναστεναγμό — έφτανε από το ταβάνι. Το σπίτι δεν είχε πάνω όροφο.

Από εκείνο το βράδυ, άρχισαν τα όνειρα.

Έβλεπε τον εαυτό του να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη, αλλά το είδωλο καθυστερούσε να τον μιμηθεί. Άλλες φορές περπατούσε στους διαδρόμους του σπιτιού και πίσω του ακουγόταν ένα δεύτερο ζευγάρι βήματα — πάντα με έναν χτύπο καθυστέρηση. Κι όταν γυρνούσε, το φως έσβηνε μόνο του.

Ξυπνούσε πάντα με ιδρώτα και παγωμένα χέρια. Το μόνο που τον καθησύχαζε ήταν η φωνή της Μαρίνας. Μιλούσαν σχεδόν κάθε βράδυ στο τηλέφωνο. Ήταν η μοναδική που ήξερε για τα όνειρα. Του έλεγε πως είναι απλώς πίεση, αλλαγή περιβάλλοντος. Όταν όμως της είπε για τα βήματα που άκουγε ακόμα και ξύπνιος, δεν απάντησε αμέσως. Την επόμενη μέρα ήρθε με το αυτοκίνητο και τον πήρε για να κοιμηθεί στο σπίτι της. Έμεινε εκεί για τρεις νύχτες.

Την τέταρτη, ξαναγύρισε στο σπίτι. Δεν ήξερε γιατί. Ένιωθε σαν κάτι να τον τραβούσε πίσω. Ή σαν να είχε αφήσει κάτι εκεί — κάτι που του έλειπε. Το πρώτο βράδυ δεν άκουσε τίποτα. Το δεύτερο όμως, ξύπνησε με μια φράση στο μυαλό του, που δεν ήξερε από πού την είχε ακούσει:
«Μη με ξεχνάς εδώ πάνω.»

Δεν υπήρχε πάνω. Το σπίτι ήταν ισόγειο με πατάρι. Και το πατάρι ήταν κλειδωμένο.

Το κλειδί το βρήκε κάτω από ένα σκονισμένο πλακάκι στο ντουλάπι της κουζίνας. Σαν να είχε μπει εκεί επίτηδες. Το κρατούσε για ώρες στο χέρι του πριν το τολμήσει. Όταν ανέβηκε τη στενή σκάλα, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Στο πατάρι υπήρχε μόνο μια παλιά ντουλάπα, και μια καρέκλα με σκελετό ξύλινο, μισοσαπισμένο. Στη γωνία, ένα σπασμένο κάτοπτρο.

Όταν πλησίασε τον καθρέφτη, δεν είδε τον εαυτό του — τουλάχιστον όχι κανονικά. Το πρόσωπό του φαινόταν αλλοιωμένο, τα μάτια πιο βαθιά, τα χαρακτηριστικά στραβά. Και για ένα δευτερόλεπτο, είδε κάτι πίσω του. Μια φιγούρα — ψηλή, λεπτή, με σκιά αντί για πρόσωπο. Δεν κινήθηκε. Δεν μίλησε. Μόνο στεκόταν.

Ο Μιχάλης έπεσε κάτω από τρόμο. Όταν ξανασήκωσε το βλέμμα του, ο καθρέφτης έδειχνε απλώς το πατάρι. Άδειο.

Έφυγε από το σπίτι εκείνη τη νύχτα. Πήγε στη Μαρίνα. Της τα είπε όλα — ακόμα και τη φράση. Εκείνη τον άκουσε σιωπηλά. Όταν τελείωσε, του έδειξε ένα παλιό άρθρο από το κινητό της. Το σπίτι στη Μάρνης 74 είχε νοικιαστεί πριν δώδεκα χρόνια σε έναν φοιτητή, ο οποίος είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που βρήκαν ήταν το κινητό του, στο πατάρι. Και στο φωνητικό ταχυδρομείο του, η τελευταία ηχογράφηση έλεγε μόνο:
«Μη με ξεχνάς εδώ πάνω.»

Ο Μιχάλης πάγωσε.

Δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι. Αλλά κάποιες νύχτες, ειδικά όταν δεν έχει κοιμηθεί καλά, ακούει πάλι εκείνα τα βήματα — πάντα με μια καθυστέρηση. Κι όταν περνάει έξω από καθρέφτες, αποφεύγει να κοιτάξει πολύ.

Γιατί μερικά μέρη, δεν σε αφήνουν να φύγεις. Απλώς σε ακολουθούν.

Related articles

Recent articles

spot_img