Όταν ήμουν μικρότερος, θυμάμαι να ακούω ιστορίες για ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο δρόμο στην πόλη μας, έναν δρόμο που κανείς δεν ήθελε να διασχίσει τη νύχτα. Έλεγαν ότι οι σκιές εκεί ζούσαν και αναζητούσαν συντροφιά.
Μια νύχτα, αποφάσισα να περάσω από εκεί, ίσως από περιέργεια, ίσως για να αποδείξω ότι δεν φοβόμουν. Ήταν σκοτάδι παντού, οι λάμπες του δρόμου έτρεμαν, και μια ψυχρή ομίχλη απλωνόταν στον αέρα. Κάθε βήμα αντηχούσε, και ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Κάποια στιγμή, είδα μια φιγούρα να στέκεται λίγο πιο πέρα, μέσα στη σκιά. Σταμάτησα.
Η φιγούρα με κοιτούσε. Τα μάτια της ήταν άδεια, σαν να μην υπήρχε τίποτα πίσω τους, μόνο σκοτάδι. Προσπάθησα να κάνω ένα βήμα πίσω, αλλά η φιγούρα άρχισε να κινείται προς το μέρος μου. Ένιωσα τον φόβο να με παραλύει. Κοίταξα γύρω μου, αλλά ο δρόμος φαινόταν να έχει «κλειδώσει» γύρω μου. Κάθε διέξοδος είχε εξαφανιστεί.
Η φιγούρα ψιθύρισε κάτι που δεν κατάφερα να ακούσω, αλλά το συναίσθημα που μου μετέφερε ήταν ψυχρό και βαρύ. Έκανα μια προσπάθεια να τρέξω, αλλά εκείνη την ώρα, όλα έσβησαν για ένα δευτερόλεπτο.
Όταν συνήλθα, βρισκόμουν στην άκρη του δρόμου, μακριά από εκείνη τη σκιά. Από τότε δεν ξαναπέρασα ποτέ από εκεί. Κάθε φορά, όμως, που περπατάω μόνος τη νύχτα, νιώθω μια ψυχρή παρουσία να με ακολουθεί και ψιθύρους να με καλούν πίσω.

