Πριν από δύο χρόνια, νοίκιασα ένα μικρό εξοχικό σπίτι κοντά σε μια λίμνη για να χαλαρώσω και να περάσω μερικές ήσυχες εβδομάδες. Το σπίτι ήταν ήρεμο, απομονωμένο και φαινομενικά ιδανικό για να ξεφύγω από την καθημερινότητα. Όλα πήγαιναν καλά τις πρώτες μέρες, μέχρι που παρατήρησα κάτι παράξενο.
Ένα πρωί, καθώς κατέβαινα από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, πρόσεξα ότι υπήρχαν ίχνη παπουτσιών στο ξύλινο πάτωμα. Ήταν σαν κάποιος να είχε περπατήσει μέσα στο σπίτι με βρεγμένα παπούτσια, αφήνοντας πίσω του καθαρά αποτυπώματα. Το περίεργο ήταν ότι εγώ δεν είχα φύγει από το σπίτι, και σίγουρα δεν είχα πατήσει πουθενά με βρεγμένα παπούτσια.
Αρχικά σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν κάποια διαρροή από τη βροχή της προηγούμενης νύχτας, αλλά τα ίχνη οδηγούσαν κατευθείαν από την πόρτα της εισόδου προς το καθιστικό, και μετά εξαφανίζονταν ξαφνικά, σαν να σταματούσε η κίνηση εκεί.
Αφού καθάρισα τα ίχνη, προσπάθησα να μην το σκέφτομαι άλλο. Όμως, το επόμενο πρωί, τα ίχνη ήταν ξανά εκεί. Αυτή τη φορά, φαινόταν να ξεκινούν από την κουζίνα και να οδηγούν μέχρι την πόρτα του υπνοδωματίου μου.
Ανατρίχιασα. Έκλεισα και κλείδωσα όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, αλλά τα ίχνη επέμεναν να εμφανίζονται κάθε πρωί, πάντα σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γινόταν.
Μια νύχτα, αποφάσισα να μείνω ξύπνιος και να παρακολουθήσω αν κάτι ή κάποιος κινούνταν μέσα στο σπίτι. Καθώς το ρολόι πλησίαζε τα μεσάνυχτα, άκουσα έναν απαλό θόρυβο, σαν βήματα να διαπερνούν το ξύλινο πάτωμα. Κοίταξα στην κατεύθυνση του θορύβου και είδα τα ίχνη να εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μου, χωρίς όμως να υπάρχει κανείς εκεί. Ήταν σαν κάτι αόρατο να περπατούσε μέσα στο σπίτι.
Το επόμενο πρωί, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα από το σπίτι. Δεν επέστρεψα ποτέ ξανά. Τα ίχνη μπορεί να εξακολουθούν να εμφανίζονται, αλλά σίγουρα δεν θέλω να μάθω ποιος ή τι τα αφήνει.

