Όλα ξεκίνησαν ως μια απλή εκδρομή στη φύση. Ήθελα να ξεφύγω από την πόλη, να καθαρίσω το μυαλό μου και να βρεθώ κάπου ήσυχα. Το δάσος που είχα επιλέξει ήταν γνωστό για την ομορφιά του, αλλά οι ντόπιοι έλεγαν ότι δεν ήταν σοφό να μένεις εκεί μετά τη δύση του ηλίου. Γέλασα με τις δεισιδαιμονίες και προγραμμάτισα να επιστρέψω πριν σκοτεινιάσει.
Καθώς περπατούσα μέσα στα δέντρα, ο χρόνος πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να δύει, και το δάσος άρχισε να αλλάζει. Τα δέντρα φαίνονταν πιο μεγάλα, πιο σκοτεινά, και ο αέρας πιο βαρύς. Οι ήχοι των πουλιών και των εντόμων εξαφανίστηκαν, και το μόνο που έμεινε ήταν μια απόκοσμη σιωπή.
Έκανα μεταβολή για να γυρίσω πίσω, αλλά ο δρόμος που είχα πάρει πριν φαινόταν διαφορετικός. Τα μονοπάτια έμοιαζαν να αλλάζουν θέσεις, και τα δέντρα δημιουργούσαν έναν λαβύρινθο γύρω μου. Ένιωθα ότι το δάσος με οδηγούσε όλο και πιο βαθιά, μακριά από την έξοδο.
Με κάθε βήμα, η αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί μεγάλωνε. Έβλεπα σκιές να κινούνται ανάμεσα στα δέντρα, αλλά όταν γύριζα να κοιτάξω, δεν υπήρχε τίποτα. Μια φορά, είδα καθαρά μια φιγούρα. Ήταν ψηλή, αδύνατη, και φαινόταν να μην έχει πρόσωπο. Έμεινα ακίνητος, αλλά αυτή απλά γύρισε και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Το χειρότερο ήταν οι ψίθυροι. Στην αρχή ήταν μακρινοί, σαν να τους έφερνε ο άνεμος, αλλά γίνονταν όλο και πιο δυνατοί. Δεν καταλάβαινα τα λόγια, αλλά το μήνυμα ήταν σαφές: Δεν θα φύγεις.
Πέρασα ώρες, ίσως και μέρες, ψάχνοντας την έξοδο. Ο χρόνος έχασε το νόημά του, και το μόνο που ήθελα ήταν να βγω από εκεί. Τελικά, είδα ένα φως. Έτρεξα προς αυτό και βγήκα στην άκρη του δάσους. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, και η ανακούφιση με κατέκλυσε.
Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο δρόμος δεν ήταν εκεί που τον είχα αφήσει, και ο ουρανός είχε ένα παράξενο, βαθύ κόκκινο χρώμα. Άνθρωποι με προσπερνούσαν χωρίς να με κοιτάζουν, και τα σπίτια φαίνονταν παραμορφωμένα, σαν να ήταν από άλλο κόσμο. Όταν κοίταξα πίσω μου, το δάσος δεν ήταν πια εκεί.
Κάθε βράδυ, όμως, ακούω τους ψιθύρους. Και κάθε φορά που περνάω μπροστά από καθρέφτη, βλέπω σκιές πίσω μου. Το δάσος με άφησε να φύγω, αλλά πήρε κάτι μαζί του. Ίσως την ψυχή μου. Ίσως τον εαυτό μου. Ή ίσως… να μην έφυγα ποτέ.

