Όταν ήμουν φοιτητής, μια ομάδα φίλων μου κι εγώ αποφασίσαμε να κάνουμε ένα διήμερο κάμπινγκ σε ένα απομονωμένο δάσος, κάπου στα βουνά. Είχαμε ακούσει πολλές ιστορίες για το συγκεκριμένο μέρος – κάποιοι έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένο, άλλοι ότι είχαν χαθεί άνθρωποι εκεί και δεν βρέθηκαν ποτέ. Φυσικά, κανείς μας δεν πίστευε σε αυτές τις ιστορίες και το βλέπαμε ως μια ευκαιρία για περιπέτεια.
Φτάσαμε στο δάσος αργά το απόγευμα και στήσαμε τις σκηνές μας κοντά σε ένα μικρό ρυάκι. Η ατμόσφαιρα ήταν ήρεμη, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των τρεχούμενων νερών και το τιτίβισμα των πουλιών. Μετά από μια κουραστική ημέρα πεζοπορίας, καθίσαμε γύρω από τη φωτιά και αρχίσαμε να λέμε ιστορίες τρόμου. Σιγά σιγά, η νύχτα προχώρησε και το δάσος έγινε απόλυτα σιωπηλό.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ακούστηκε ένας ήχος που μας έκανε να σταματήσουμε τις ιστορίες και να μείνουμε εντελώς ακίνητοι. Ήταν ένα κλάμα – ένα αχνό, πνιχτό κλάμα που ερχόταν από τα βάθη του δάσους. Ήταν σαν να έκλαιγε ένα παιδί, αδύναμο και τρομαγμένο. Κανείς μας δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα. Κοιταχτήκαμε, προσπαθώντας να καταλάβουμε αν όλοι άκουγαν το ίδιο.
“Ακούσατε κι εσείς αυτό;” ρώτησε ο Νίκος, ο πιο τολμηρός από την παρέα.
Όλοι κουνήσαμε καταφατικά το κεφάλι. Το κλάμα συνεχίστηκε, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο βαριά. Μας κυρίευσε μια ανησυχία, αλλά κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι φοβόταν. Ο Νίκος αποφάσισε να πάρει τον φακό του και να πάει να ελέγξει.
“Ίσως είναι κάποιο παιδί που χάθηκε,” είπε. Παρότι όλοι μας είχαμε τις αμφιβολίες μας, κανείς δεν τόλμησε να τον σταματήσει.
Ακολουθήσαμε τον Νίκο μέσα στο σκοτάδι, κρατώντας κι εμείς τους φακούς μας. Το κλάμα ακουγόταν όλο και πιο κοντά, σαν να μας καλούσε να το βρούμε. Το δάσος ήταν παγωμένο, και δεν υπήρχε καμία κίνηση, ούτε από ζώα ούτε από πουλιά. Όταν φτάσαμε σε ένα μικρό ξέφωτο, το κλάμα σταμάτησε ξαφνικά.
“Πού πήγε;” ρώτησε η Μαρία, κοιτάζοντας γύρω της. Κανείς δεν είχε απάντηση.
Και τότε, άρχισε ξανά, αυτή τη φορά από πίσω μας, σαν να μας κυνηγούσε. Το κλάμα ήταν πιο δυνατό, πιο απελπισμένο, σαν να προσπαθούσε να μας τραβήξει κάπου. Τρέξαμε πίσω προς τη φωτιά μας, νιώθοντας πως κάτι μας παρακολουθούσε. Όταν φτάσαμε στο σημείο όπου είχαμε στήσει τις σκηνές μας, το κλάμα σταμάτησε ξανά.
Περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε πολύ, προσπαθώντας να ηρεμήσουμε. Κανείς δεν τόλμησε να ξαναπάει προς το δάσος. Το επόμενο πρωί, μαζέψαμε τα πράγματά μας γρήγορα και φύγαμε από εκεί.
Λίγες μέρες αργότερα, όταν επέστρεψα στην πόλη, έμαθα από έναν ντόπιο ότι το συγκεκριμένο δάσος είχε μια σκοτεινή ιστορία. Πολλά χρόνια πριν, μια οικογένεια είχε εξαφανιστεί εκεί, και ποτέ δεν βρέθηκαν τα ίχνη τους. Ο μόνος ήχος που άκουγαν οι ντόπιοι κάθε τόσο ήταν το κλάμα ενός παιδιού που φέρεται να είχε χαθεί μαζί τους. Από τότε, λένε πως το πνεύμα του περιπλανιέται στο δάσος, ψάχνοντας για τη χαμένη οικογένειά του.
Δεν ξέρω αν αυτό που ακούσαμε εκείνη τη νύχτα ήταν πραγματικό ή απλώς η φαντασία μας, αλλά κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνο το κλάμα, ένα ανατρίχιασμα με διαπερνά. Και από τότε, δεν έχω τολμήσει να ξαναπάω σε εκείνο το μέρος.

