Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μου μίλησε για ένα εγκαταλελειμμένο μονοπάτι βαθιά μέσα σε ένα παλιό δάσος, όπου κανείς δεν τολμούσε να περπατήσει τη νύχτα. Σύμφωνα με τον μύθο, το δάσος αυτό ήταν στοιχειωμένο, και τα δέντρα του έμοιαζαν να έχουν ψυχή, απλώνοντας τα κλαδιά τους σαν σκελετωμένα χέρια προς όποιον τολμούσε να πλησιάσει.
Ένα βράδυ, αποφάσισα να ανακαλύψω την αλήθεια. Μόλις πέρασα την είσοδο του μονοπατιού, ο αέρας έγινε ξαφνικά πιο ψυχρός, και η πυκνή ομίχλη άρχισε να με περιβάλλει. Οι σκιές των δέντρων έμοιαζαν να κινούνται αθόρυβα, και κάθε μου βήμα αντηχούσε σαν να υπήρχαν και άλλοι που ακολουθούσαν πίσω μου.
Καθώς προχωρούσα πιο βαθιά, άκουσα έναν ψίθυρο να με καλεί. «Γύρισε πίσω… φύγε όσο μπορείς…» Οι λέξεις ηχούσαν μέσα στο κεφάλι μου, αλλά δεν υπήρχε κανείς γύρω μου. Ένιωθα ότι το δάσος είχε δική του ζωή και ότι ήμουν ανεπιθύμητος.
Στην επόμενη στροφή, είδα μια σκιά να περνά γρήγορα μπροστά μου, σαν κάποιος να κρύβεται μέσα στην ομίχλη. Πάγωσα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, και ένιωθα τον φόβο να με κυριεύει. Προσπάθησα να βρω τον δρόμο της επιστροφής, αλλά το μονοπάτι είχε εξαφανιστεί, σαν να είχε κλείσει πίσω μου.
Τελικά, βρήκα τον δρόμο προς την έξοδο και δεν κοίταξα πίσω. Από τότε, αποφεύγω το δάσος αυτό, και κάθε φορά που περνάω κοντά του, νιώθω ότι κάτι με κοιτάζει από τις σκιές, περιμένοντας την ευκαιρία να με παγιδεύσει ξανά…

