Πριν από λίγο καιρό, έμενα σε ένα παλιό διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία του 1950. Το κτίριο είχε αυτή την παλιά γοητεία, αλλά και μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, ειδικά τα βράδια. Οι διάδρομοι ήταν στενοί και μισοφωτισμένοι, με τα φώτα να τρεμοπαίζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αν και δεν ήμουν ποτέ από τους ανθρώπους που πίστευαν σε φαντάσματα, αυτό που συνέβη εκεί με έκανε να αλλάξω γνώμη.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στο σαλόνι, άκουσα βήματα στον διάδρομο έξω από την πόρτα του διαμερίσματός μου. Ακούγονταν σαν μικρά πόδια να τρέχουν πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Σκέφτηκα ότι ίσως ήταν κάποιο παιδί από τους γείτονες που έπαιζε αργά το βράδυ. Ωστόσο, τα βήματα δεν σταματούσαν. Πηγαινοέρχονταν μπρος-πίσω στον διάδρομο, χωρίς παύση.
Μετά από λίγα λεπτά, άνοιξα την πόρτα για να δω τι συμβαίνει. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Δεν υπήρχε κανείς.
Γύρισα μέσα, προσπαθώντας να μην δώσω σημασία, αλλά τα βήματα ξανάρχισαν αμέσως μόλις έκλεισα την πόρτα. Ήταν σαν ένα παιδί να τρέχει με χαρά πάνω-κάτω. Αυτή τη φορά, έβαλα το αυτί μου κοντά στην πόρτα, και τα βήματα ακούγονταν πιο δυνατά, σαν να έτρεχε ακριβώς έξω από το διαμέρισμά μου.
Το επόμενο πρωί, ρώτησα έναν γείτονα αν είχαν παιδιά στον όροφό μας. Εκείνος με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα και μου είπε ότι δεν υπήρχαν παιδιά στην πολυκατοικία. Στην πραγματικότητα, η πολυκατοικία ήταν σχεδόν άδεια, με μόνο λίγους ηλικιωμένους ενοίκους.
Αργότερα έμαθα από έναν άλλο γείτονα ότι πριν από πολλά χρόνια, ένα μικρό παιδί είχε πέσει από τα σκαλιά και είχε πεθάνει στον ίδιο όροφο όπου έμενα. Οι παλιοί ένοικοι έλεγαν ότι συχνά άκουγαν τα βήματά του στον διάδρομο, σαν να συνέχιζε να παίζει.
Μετά από αυτό, τα βήματα δεν σταμάτησαν, αλλά εγώ ποτέ δεν άνοιξα ξανά την πόρτα για να κοιτάξω. Έφυγα από εκείνο το διαμέρισμα λίγους μήνες αργότερα, αλλά τα βήματα στο διάδρομο με στοιχειώνουν ακόμα, και κάθε φορά που σκέφτομαι εκείνες τις νύχτες, αναρωτιέμαι αν το παιδί αυτό εξακολουθεί να τρέχει πάνω-κάτω στους διαδρόμους της πολυκατοικίας.

