Πριν από δύο χρόνια, ένα καλοκαιρινό απόγευμα, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ ένα απομονωμένο χωριό, κρυμμένο βαθιά μέσα σε ένα πυκνό δάσος. Οι ντόπιοι με είχαν προειδοποιήσει να μείνω μακριά από ένα συγκεκριμένο σπίτι που βρισκόταν στο τέλος ενός στενού μονοπατιού. Έλεγαν ότι το σπίτι είχε «σκοτεινή ιστορία», αλλά δεν έδωσα σημασία. Θεώρησα ότι ήταν απλά ιστορίες για να φοβίζουν τους επισκέπτες.
Τη νύχτα εκείνη, όμως, η περιέργεια με νίκησε. Με ένα φακό και φορώντας άνετα ρούχα, ξεκίνησα για το εγκαταλελειμμένο σπίτι. Το δάσος ήταν αθόρυβο, κι ο ήχος από τα βήματά μου αντηχούσε σε όλο τον τόπο. Το φως του φακού διαπερνούσε μόλις και μετά βίας την πυκνή ομίχλη που είχε ξαφνικά κατεβεί.
Όταν έφτασα στο σπίτι, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο δυνατά. Τα παράθυρα ήταν σπασμένα και οι πόρτες κρεμασμένες στους μεντεσέδες. Μια σκιά φάνηκε να κινείται στο βάθος, αλλά σκέφτηκα ότι ήταν απλά η φαντασία μου. Άνοιξα την πόρτα, και μια παγωμένη αύρα με διαπέρασε. Στο σκοτάδι, άκουγα ψιθύρους, σαν να μιλούσε κάποιος από το παρελθόν.
Μέσα στο σπίτι, τα πάντα ήταν σκοτεινά και σκονισμένα. Ξεκίνησα να περπατώ στο σκοτάδι, και κάθε φορά που πατούσα, το πάτωμα έτριζε δυνατά. Ένιωθα ότι κάποιος ή κάτι με παρακολουθούσε, αλλά δεν έβλεπα τίποτα. Όταν έφτασα στο κέντρο του σαλονιού, είδα μια μεγάλη κούκλα που καθόταν σε μια πολυθρόνα, σαν να περίμενε κάποιον. Ήταν φθαρμένη, με μάτια που έμοιαζαν να με κοιτάνε μέσα στην ψυχή μου.
Εκείνη τη στιγμή, άκουσα ένα θόρυβο από τον επάνω όροφο. Σήκωσα το φακό, αλλά ήταν σαν να είχε λιγοστέψει η έντασή του, και το φως δεν έφτανε. Κάθε νεύρο στο σώμα μου έλεγε να φύγω, αλλά κάτι με κρατούσε εκεί. Ανέβηκα προσεκτικά τα σκαλοπάτια, και κάθε βήμα ηχούσε σαν τύμπανο στο κεφάλι μου.
Όταν έφτασα στον επάνω όροφο, άνοιξα την πρώτη πόρτα που βρήκα. Ήταν ένα παιδικό δωμάτιο, γεμάτο με σκονισμένα παιχνίδια και έναν καθρέφτη στη γωνία. Ο καθρέφτης φαινόταν να μην έχει σκόνη πάνω του, σαν κάποιος να τον καθάριζε. Πλησίασα, και πριν προλάβω να κοιτάξω καλύτερα, είδα μια φιγούρα πίσω μου. Ήταν μια σκιά, ψηλή, με άδειο βλέμμα, που στεκόταν ακριβώς πίσω μου. Πάγωσα.
[Εικόνα: Ένα παλιό παιδικό δωμάτιο με σκονισμένα παιχνίδια και έναν καθαρό καθρέφτη, με μια σκοτεινή φιγούρα να στέκεται στο βάθος.]
Γύρισα απότομα και η σκιά είχε εξαφανιστεί. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Δεν έμεινα άλλο. Τρέχοντας κατέβηκα τις σκάλες και βγήκα από το σπίτι χωρίς να κοιτάξω πίσω. Από τότε, δεν επέστρεψα ποτέ στο χωριό ούτε θέλησα να μάθω περισσότερα για εκείνο το μέρος.
Μερικές φορές, όμως, τη νύχτα, βλέπω τη σκιά εκείνη στο όνειρό μου, να στέκεται ακριβώς πίσω μου, και ξυπνάω με την ίδια αίσθηση φόβου, σαν να μην έχω ξεφύγει ποτέ από το σπίτι εκείνο.

