Πριν από μερικά χρόνια, μετακόμισα σε ένα μικρό σπίτι σε ένα ήσυχο προάστιο. Το σπίτι ήταν παλιό αλλά γοητευτικό, με ξύλινα πατώματα και μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε έναν καταπράσινο κήπο. Στην αρχή, ήταν το ιδανικό μέρος για να χαλαρώσω και να ξεφύγω από τη φασαρία της πόλης.
Ωστόσο, μετά από μερικές εβδομάδες, άρχισα να παρατηρώ κάτι περίεργο. Κάθε βράδυ, το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς μου, το οποίο είχα κλείσει πριν πάω για ύπνο, βρισκόταν ανοιχτό το πρωί. Στην αρχή σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν κακή ασφάλεια ή ίσως να μην το είχα κλείσει καλά.
Ένα βράδυ, φρόντισα να κλείσω το παράθυρο πολύ προσεκτικά και να το ασφαλίσω καλά. Ήταν κρύο έξω, οπότε δεν υπήρχε λόγος να το αφήσω ανοιχτό. Ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα γρήγορα.
Γύρω στις 3 το πρωί, ξύπνησα από έναν απαλό ήχο. Ήταν σαν κάτι να ξύνει το ξύλο. Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι και, με τρόμο, είδα ότι το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο. Το κλείδωμα ήταν ακόμα στη θέση του, αλλά το τζάμι είχε ανοίξει ελαφρώς, σαν κάποιος ή κάτι να είχε προσπαθήσει να το ανοίξει από έξω.
Το επόμενο πρωί, αποφάσισα να το ψάξω περισσότερο. Ρώτησα έναν γείτονα για το σπίτι και μου είπε μια ιστορία που με έκανε να ανατριχιάσω. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας που πέθανε ξαφνικά στην κρεβατοκάμαρα – ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν το παράθυρο. Ο άντρας είχε τη συνήθεια να ανοίγει πάντα το παράθυρο τη νύχτα για να κοιτάζει τον κήπο.
Δεν ξέρω αν ήταν σύμπτωση ή κάτι άλλο, αλλά από εκείνη τη στιγμή, το παράθυρο συνέχιζε να ανοίγει μόνο του κάθε βράδυ, ακριβώς την ίδια ώρα. Μετά από μερικές εβδομάδες, δεν άντεξα άλλο και μετακόμισα. Δεν μπορούσα να ζήσω με την αίσθηση ότι κάποιος άλλος στο σπίτι ήθελε να κρατάει το παράθυρο ανοιχτό – ακόμα και μετά τον θάνατό του.

