Πριν από περίπου ένα χρόνο, έμενα σε ένα παλιό διαμέρισμα που είχε τη δική του ιστορία. Το κτίριο ήταν από τη δεκαετία του ’60 και οι τοίχοι είχαν δει πολλούς ενοίκους να έρχονται και να φεύγουν. Αν και το διαμέρισμα ήταν άνετο, από την πρώτη μέρα που έμεινα εκεί, ένιωθα κάτι παράξενο. Ήταν σαν ο αέρας να ήταν πιο βαρύς, ειδικά τη νύχτα.
Ένα βράδυ, ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, σχεδόν έτοιμος να αποκοιμηθώ, όταν ξαφνικά το παλιό ραδιόφωνο που είχα στο σαλόνι άνοιξε μόνο του. Ήταν ένα παλιό, αναλογικό ραδιόφωνο, το οποίο έπρεπε να ανοίξεις με το χέρι γυρνώντας έναν διακόπτη. Άκουσα έναν παράξενο στατικό ήχο και μια μουσική που έπαιζε αχνά.
Σηκώθηκα, ξαφνιασμένος και μπερδεμένος. Ποτέ πριν δεν είχε ανοίξει μόνο του το ραδιόφωνο. Πλησίασα το σαλόνι και καθώς πλησίαζα, η μουσική ξαφνικά σταμάτησε και το ραδιόφωνο έσβησε μόνο του, χωρίς να το αγγίξω.
Αισθάνθηκα μια παγωμένη αίσθηση στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά προσπαθούσα να μην πανικοβληθώ. Έκλεισα το ραδιόφωνο και γύρισα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να αγνοήσω το περιστατικό.
Λίγες μέρες αργότερα, το ίδιο πράγμα συνέβη ξανά. Ήταν περίπου 2 το πρωί και το ραδιόφωνο άνοιξε μόνο του. Αυτή τη φορά, εκτός από τη μουσική, άκουσα έναν αχνό ψίθυρο ανάμεσα στους στατικούς ήχους. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, αλλά ήταν αρκετό για να με κάνει να σηκωθώ και να το κλείσω ξανά.
Ρώτησα τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος αν είχε ακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο, αλλά εκείνος απλώς χαμογέλασε αμήχανα και είπε ότι το διαμέρισμα ήταν παλιό και μπορεί να είχε “μικρές παραξενιές”. Μετά από εκείνη την απάντηση, κατάλαβα ότι δεν ήθελε να μιλήσει πολύ για το θέμα.
Τελικά, έφυγα από το διαμέρισμα λίγους μήνες αργότερα, αλλά το ραδιόφωνο και οι παράξενοι ήχοι που έβγαζε συνεχίζουν να με στοιχειώνουν. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά κάθε φορά που ακούω ένα παλιό ραδιόφωνο να παίζει, με κατακλύζει το ίδιο συναίσθημα τρόμου.

