Το Ξενοδοχείο Που Δεν Υπήρξε Ποτέ

Published:

Ήταν μια συνηθισμένη βραδιά, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Οδήγησα μόνος μου σε έναν άγνωστο επαρχιακό δρόμο, ψάχνοντας το ξενοδοχείο που είχα κλείσει για τη νύχτα. Το GPS μου έδειχνε ότι έφτανα, αλλά όλα γύρω μου ήταν έρημα. Ούτε φώτα, ούτε πινακίδες, μόνο ομίχλη και σκοτάδι.

Και τότε το είδα. Ένα παλιό, πέτρινο κτήριο ξεπρόβαλε μέσα από την ομίχλη, με μια πινακίδα που έγραφε “Ξενώνας Λυκόφως.” Δεν θυμόμουν να έχω κλείσει σε μέρος με αυτό το όνομα, αλλά η κούραση με έκανε να σταματήσω. Το κτήριο φαινόταν παρατημένο, αλλά υπήρχε ένα φως στο λόμπι.

Μπαίνοντας, με υποδέχτηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα με παγωμένο χαμόγελο. «Περιμέναμε να φτάσετε», είπε με έναν τόνο που με έκανε να νιώσω άβολα. Υπέγραψα το βιβλίο επισκεπτών –το οποίο είχε μόνο δύο ονόματα πριν το δικό μου– και πήρα το κλειδί μου.

Το δωμάτιό μου ήταν μικρό, κρύο, και γεμάτο με παλιά έπιπλα. Στον τοίχο κρεμόταν ένας σπασμένος καθρέφτης. Έκλεισα την πόρτα και προσπάθησα να κοιμηθώ, αλλά ένας παράξενος ήχος με ξύπνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ήταν σαν ψιθύροι που έρχονταν από τον διάδρομο.

Άνοιξα την πόρτα, και η θέα με έκανε να παγώσω. Ένας άντρας με παλιά ρούχα στεκόταν στο τέλος του διαδρόμου, με γυρισμένη την πλάτη. «Χρειάζεστε κάτι;» φώναξα διστακτικά. Ο άντρας δεν απάντησε. Αντίθετα, γύρισε αργά το κεφάλι του προς εμένα. Το πρόσωπό του ήταν διαλυμένο, σαν να είχε λιώσει.

Έκλεισα την πόρτα και κάθισα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Αλλά οι ψίθυροι επέστρεψαν, αυτή τη φορά μέσα από το δωμάτιό μου. Ο καθρέφτης στον τοίχο έτριζε, και μια ρωγμή άρχισε να μεγαλώνει. Από τη ρωγμή ξεπρόβαλε ένα χέρι, λευκό σαν το κερί, που προσπαθούσε να βγει.

Βγήκα τρέχοντας από το δωμάτιο, κατεβαίνοντας τις σκάλες. Η ρεσεψιόν ήταν άδεια, και το φως που είχα δει πριν είχε σβήσει. Η έξοδος ήταν κλειστή, λες και το κτήριο δεν ήθελε να με αφήσει να φύγω.

Τελικά, κατάφερα να βγω, με την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα, χωρίς να κοιτάξω πίσω. Όταν την επόμενη μέρα προσπάθησα να βρω το ξενοδοχείο στο διαδίκτυο, δεν υπήρχε καμία αναφορά σε αυτό. Ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.

Και όμως, ακόμα νιώθω ότι δεν έχω ξεφύγει πραγματικά. Μερικές νύχτες, όταν κοιμάμαι, ακούω ακόμα τους ψιθύρους και βλέπω το πρόσωπο του άντρα. Ίσως το Ξενώνας Λυκόφως να μην ήταν ένα απλό κτήριο. Ίσως ήταν μια παγίδα για όσους τολμούν να μπουν.

Related articles

Recent articles

spot_img